Ρέα Γαλανάκη, Το πάθος για τη ζωγραφική

Ρέα Γαλανάκη, Ελένη ή ο Κανένας, εκδ. Άγρα, σελ. 32

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Το πάθος για τη ζωγραφική

        Στάθηκε όρθια μέσα στην τάξη με το δεξιό της χέρι υψωμένο. Στα δάχτυλά του είχε το μολύβι, αφού οι ένοχοι όταν διαπομπεύονται, πρέπει να επιδεικνύουνε τα σύνεργα του εγκλήματος. Παρατήρησε ότι μερικές συμμαθήτριές της, που τους είχε χαρίσει ζωγραφιές της, έδειχναν να χαίρονται, λες κι έπρεπε η Ελένη να τιμωρηθεί για την επιδεξιότητά της να παγιδεύει την ανθρώπινη μορφή. Μιαν αμαρτία, που παλιότερα την είχαν πει ενθύμιο φιλίας.

.???????????????????????????????????????????????

      Η Ελένη έπρεπε να τιμωρηθεί, γιατί συνέχιζε να ζωγραφίζει, όχι μονάχα στα διαλείμματα, μα και μέσα στην τάξη, κατά την ώρα του μαθήματος. Όμως, κάθε πάθος, κατά τα λεγόμενα των διδασκάλων, συγκροτεί αργά και σταθερά παρέκκλιση. Και μια παρέκκλιση θα έβλαπτε την ίδια, την αγωγή των υπολοίπων δεσποινίδων και τη φήμη του σχολείου. Ήδη είχε αγνοήσει τόσες και τόσες υποδείξεις, ότι μόνον κατά την ώρα της ιχνογραφίας μπορούσε ακίνδυνα να αντιγράφει τα αντικείμενα, που η καθηγήτρια τοποθετούσε πάνω στην έδρα για να φαίνονται καλά, λόγου χάριν ένα άδειο βάζο ή έναν χαρτονένιο κύβο. Οι δεσποινίδες όφειλαν να ζωγραφίζουν μόνο αυτά που η δασκάλα τους επέτρεπε να δουν και με τον τρόπο ακριβώς που τους τα έδειχνε.

????????????????????????????????????.....................................

      Η Ελένη δεν καταδέχθηκε να κλάψει όσο κράτησε η τιμωρία, που η ταπείνωση έκανε πιο αργό και πιο αβάσταχτο τον χρόνο της. Τότε όμως αποφάσισε ότι θα γίνει οπωσδήποτε ζωγράφος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να μείνει δια βίου διαφορετική από τα συνομήλικα κορίτσια και από τις γυναίκες του σογιού της. Να στηριχθεί στα ένοχα για τους πολλούς αθώα για την ίδια, πλην όμως ανεξερεύνητα ακόμη καλέσματα και ηδονές της τέχνης. Να μην παντρευτεί, να μη γεννήσει, να μην έχει έρωτα πάρεξ για τη ζωγραφική. Να μην υπακούσει στο σχολείο. Να διακυβεύσει τη μορφή μιας διαφορετικής Ελληνίδας, αφού στην καρδιά της δεν μπορούσε να συνδέσει αυτή την απαιτητική, τη χαρισματική λέξη με την υπόδουλη ζωή των γυναικών σε γάμο, σε μικρά παιδιά, σε υποχρεώσεις προς τους ασθενείς και προς τους πεθαμένους. Ορκίστηκε με τη μπέσα της μητρικής της γλώσσας πώς μόνο ο θάνατος θα εμπόδιζε το χέρι της να ζωγραφίζει, ενώ το περήφανο, κι έτσι στο τέλος ανυπάκουο μυαλό της, πήγε στη ναυτική σημαία του πατέρα της, που έγραφε στα ελληνικά Ελευθερία ή Θάνατος. Κάλεσε ως εγγυητή του Όρκου τη Μεγάλη τους Κυρά. Άκουσε αμέσως φλοίσβο. Μόλις πρόφτασε να τη δει που διέσχιζε την τάξη, μια ηλιαχτίδα που ανακλάται σε μικρό γυαλί και περπατά επάνω στο υδρόχρωμα ενός τοίχου.

Αξημέρωτα πριν ακόμη έρθει η μαγείρισσα για να ετοιμάσει νυσταγμένη το πρωινό των οικοτρόφων, η Ελένη τύλιγε τη μακριά λευκή της νυχτικιά με σκούρα εσάρπα για να μην κρυώνει και για να μην προδοθεί από τη φωτεινότητα του άσπρου, κι έτσι κατέβαινε κρυφά στην κουζίνα. Άλλοτε πάλι τριγυρνούσε με προσοχή στους έρημους διαδρόμους του σχολείου, υπολογίζοντας τον χρόνο που διέθετε από την ένταση του μαύρου στους ψηλούς φεγγίτες. Από την παραμονή είχε παρατηρήσει πόσα κεριά και πόσα σπερματσέτα είχαν ανάψει σ? αυτούς τους κοινόχρηστους χώρους. Πριν ακόμη φέξει κατέβαινε από τους κοιτώνες κι έκλεβε τα απομεινάρια, τα δίπλωνε μέσα στη σκούρα της εσάρπα και επέστρεφε να κοιμηθεί για πολύ λίγο, ώσπου να ακούσει το εγερτήριο.

Αργά τη νύχτα, όταν η επιβλέπουσα είχε πια περάσει από τους κοιτώνες για να πάρει τη λάμπα και να διαπιστώσει αν όλες οι δεσποινίδες είχαν κοιμηθεί, όταν μετά τον έλεγχό της μερικά κορίτσια σηκώνονταν για να πάνε στο κρεβάτι της πιο στενής τους φιλενάδας κι εκεί να ξορκίσουν κουβεντιάζοντας τον επιβεβλημένο ύπνο, όταν κι εκείνα θα παραδίδονταν γρήγορα στην εφηβεία των ονείρων τους, τότε η Ελένη άναβε ένα προς ένα τα απομεινάρια των κλεμμένων κεριών και σπερματσέτων, για να μπορεί να ζωγραφίζει στα κρυφά. Ο κατασκότεινος κοιτώνας δεν παρείχε θέματα, μα η Ελένη ανέσυρε όσες εικόνες είχε σημειώσει όλη μέρα στο μυαλό της. Ας μην την άφηναν να ζωγραφίζει στα διαλείμματα, κανείς δεν μπορούσε να της απαγορεύσει να βλέπει με τον τρόπο των ζωγράφων και να κρατάει τις εικόνες μέσα στο μυαλό της. Η κρυφή νυχτερινή ζωγραφική της την έκανε να καταλάβει πώς συχνά, ανάμεσα στον κόσμο και την απεικόνισή του, μεσολαβεί μικρή ή και απέραντη μια απόσταση. Και πώς, αν αυτό φαινόταν στην αρχή στενόχωρο, δεν ήταν κατόπιν, αφού της χάριζε την ελευθερία να ζωγραφίζει όταν μπορούσε. Διαπίστωσε επιπλέον πώς οι ιδιοτροπίες μιας έστω και πρόσφατης μνήμης της μάθαιναν πιο πολλά, ή πάντως άλλα από την άμεση παρατήρηση και αποτύπωση.  Κι ένα βράδυ παρατηρώντας ότι ο ήλιος κατακτούσε την ημέρα το λευκό χαρτί, ενώ το λίγο φως από τα αποκέρια με τους υπαινιγμούς του δυνάμωνε το σχέδιό της, παρατηρώντας επιπλέον πόσο διαφορετικά αισθανότανε κι εκείνη όταν ζωγράφιζε στα φανερά κι όταν ζωγράφιζε κρυφά, σκέφτηκε μήπως αυτό που ορέγεται κανείς με πάθος, πρέπει κάποια στιγμή να του απαγορευτεί, για να μπορέσει έτσι να το δει και με άλλον τρόπο.  Κι ότι, αν δει εκείνο που αγαπά με πολλούς τρόπους και σε άλλους χρόνους, τότε μοιάζει να ελαττώνεται η τιμωρία.

 Έβαλε πρώτη φορά το όνομα και το επώνυμό της κάτω από τούτες τις κρυφές της ζωγραφιές με ψηφία καλλιγραφημένα ανάμεσα στα τόξα και τις ουρίτσες των ελληνικών γραμμάτων.

???????????????????????????????????????????????

Κι από τότε κάθε φορά που υπέγραφε, θα αναρωτιόταν αν και οι υπόλοιποι ζωγράφοι κρύβουν κι αυτοί πίσω από το όνομά τους την επιβολή, μα προπαντός την υπέρβαση μιας τιμωρίας.

Πρόσθετες πληροφορίες